Blog

Sofia Skleida

Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801–1832) αποτελεί μια από τις πιο φωτεινές και ιδιαίτερες μορφές της νεοελληνικής γραμματείας. Γεννημένη στη Ζάκυνθο, σε ένα αυστηρό κοινωνικό περιβάλλον, που περιόριζε τις γυναίκες στην ιδιωτικότητα, τη σιωπή και τη «γυναικεία μοίρα», η Ελισάβετ αναζήτησε, και κατέκτησε,  έναν δρόμο αυτονομίας μέσα από την παιδεία και τη γραφή. Παρά το νεαρό της ηλικίας και τις ασφυκτικές συνθήκες, παρήγαγε ένα πολυσχιδές έργο, επηρεασμένο από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τις ανθρωπιστικές αξίες της εποχής.

Η μόρφωση της Ελισάβετ δεν ήταν αυτονόητη. Υπήρξε αποτέλεσμα επίμονης διεκδίκησης. Παρότι ο πατέρας της αρχικά δεν θεωρούσε τη γυναικεία παιδεία απαραίτητη, η ίδια κατάφερε να μάθει ιταλικά, γαλλικά, αρχαία ελληνικά, αλλά και να σπουδάσει φιλοσοφία, θεολογία και λογοτεχνία με τη βοήθεια τριών επιφανών δασκάλων. Αυτή η πολυεπίπεδη παιδεία συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας βαθιά στοχαστικής, με εσωτερική ευγένεια και αστείρευτη επιθυμία για πνευματική πρόοδο.

Η επιθυμία της για γράψιμο υπήρξε μορφή υπέρβασης. Σε μια εποχή που οι γυναίκες ήταν αποκλεισμένες από τη δημόσια ζωή, η Μουτζάν-Μαρτινέγκου επέλεξε το θέατρο, τον διάλογο και την αφήγηση ως τρόπους επικοινωνίας με έναν κόσμο που της ήταν κοινωνικά απαγορευμένος. Στα έργα της, τραγωδίες, κωμωδίες, δράματα, μεταφράσεις,  διατυπώνει ιδέες, διδάσκει, υπερασπίζεται την αξία των γυναικών και καταγγέλλει την πατριαρχική αυθεντία. Ο πολυγραφότατος χαρακτήρας της, με πάνω από είκοσι θεατρικά έργα σε μόλις πέντε χρόνια, αναδεικνύει έναν δημιουργικό παλμό που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της εποχής της.

Το έργο της, η Αυτοβιογραφία, αποτελεί το πρώτο αυθεντικό αυτοβιογραφικό κείμενο της νεοελληνικής γραμματείας: μια προσωπική μαρτυρία που φωτίζει τον αγώνα μιας γυναίκας να νοηματοδοτήσει τη ζωή της. Πρόκειται για έναν συγκλονιστικό διάλογο με τον εαυτό, τη μοίρα, τη γνώση, την κοινωνική καταπίεση, αλλά και για μια βαθιά πράξη πνευματικής αντίστασης, γι΄αυτό και αποτελεί ένα μοναδικό ντοκουμέντο ανθρωπολογικής, κοινωνικής και λογοτεχνικής αξίας. Η Ελισάβετ επιδιώκει την ηρεμία, την ελευθερία, την πνευματική αυτάρκεια, ενώ ταυτόχρονα επιθυμεί να γίνει «ωφέλιμη εις την ανθρωπότητα».

Αξιοσημείωτο θεωρείται το γεγονός, ότι παρακολούθησε από κοντά τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης. Η είδηση του ξεσηκωμού την συγκλόνισε, γέμισε το αίμα της με ενθουσιασμό και ταυτόχρονα την πλήγωσε βαθιά, διότι ως γυναίκα δεν μπορούσε να συμμετάσχει. Αυτή η συνειδητοποίηση, η αποκλεισμένη ελευθερία, αποτελεί έναν από τους πιο δραματικούς μονολόγους της Αυτοβιογραφίας και αποκαλύπτει το μεγάλο παράδοξο: η ελευθερία του έθνους δεν περιλάμβανε ακόμη την ελευθερία των γυναικών. Η δική της εσωτερική επανάσταση, η σπουδή, η αυτομόρφωση, η πνευματική ανεξαρτησία, γίνεται έτσι μια έμμεση, αλλά βαθιά πολιτική πράξη.

Παρά τον σύντομο βίο της, η Μουτζάν-Μαρτινέγκου άφησε πίσω της έργο που επηρέασε βαθιά τη νεοελληνική παιδεία. Μαζί με την Ευανθία Καΐρη, θεωρούνται οι δύο κορυφαίες μορφές της πρώιμης γυναικείας λογοτεχνικής δημιουργίας, οι οποίες άνοιξαν τον δρόμο για τον γυναικείο αυτοπροσδιορισμό στο γράψιμο. Η συμβολή της δεν είναι μόνο λογοτεχνική: είναι παιδαγωγική, κοινωνική και φιλοσοφική. Στόχος της ήταν να βελτιώσει την κοινωνία της Ζακύνθου, να ενισχύσει τη μορφωτική στάθμη των γυναικών και να διαδώσει την αξία της φιλανθρωπίας, της γνώσης και της ηθικής αρετής.

Σύμφωνα με τα προηγούμενα, μέσα στο έργο της διακρίνεται καθαρά η θεολογική της ευαισθησία, όχι όμως με τη μορφή δογματικού κηρύγματος, αλλά ως βιωμένη εσωτερική στάση. Η πίστη της είναι βαθιά, φωτισμένη και διαποτισμένη από λογικότητα. Συγκεκριμένα,  στην Αυτοβιογραφία, η θρησκευτικότητα δεν λειτουργεί ως περιορισμός, αλλά ως δίοδος ανακούφισης και ελευθερίας: το μοναστήρι, για την Ελισάβετ, δεν είναι φυλακή, αλλά πιθανός χώρος πνευματικής ολοκλήρωσης, μακριά από τους κοινωνικούς περισπασμούς. Η θρησκεία, επομένως, λειτουργεί ως δύναμη αυτογνωσίας και όχι ως κοινωνικός καταναγκασμός. Με αυτόν τον τρόπο, η Μουτζάν-Μαρτινέγκου εντάσσει τη θεολογία στον πυρήνα μιας ανθρώπινης, φωτεινής και ηθικής κοσμοθεωρίας.

Αξίες, Συμβολισμοί και Διαχρονικότητα στο έργο της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου

Αναμφισβήτητα, το έργο της Ελισάβετ αποτελεί έναν πνευματικό θησαυρό, όπου η προσωπική μαρτυρία, η κοινωνική κριτική, ο ανθρωπισμός και η μεταφυσική ευαισθησία συνυφαίνονται σε ένα ενιαίο σώμα λόγου. Παρότι έργο μιας γυναίκας του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, το περιεχόμενό του όχι μόνο δεν έχει παλιώσει, αλλά παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο, καθώς συνδιαλέγεται με τα σύγχρονα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας, της μόρφωσης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Για την Ελισάβετ, η γνώση δεν είναι απλώς δικαίωμα, αλλά ο κατ’ εξοχήν δρόμος προς την προσωπική και κοινωνική λύτρωση. Η παιδεία λειτουργεί ως μέσο υπέρβασης των ταξικών και έμφυλων περιορισμών, ως άξονας εσωτερικής ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης.

Επιπρόσθετα, στο έργο της προβάλλεται έντονα η αξία της ατομικής αξιοπρέπειας και του αυτοκαθορισμού. Η ίδια αγωνίζεται για το δικαίωμα της γυναίκας να επιλέγει τον τρόπο ζωής της, να σπουδάζει, να σκέφτεται ελεύθερα, να αναπτύσσει πνευματική υπόσταση. Στα κείμενά της, η αρετή συνδέεται με τη σύνεση, τη λογική, την εγκράτεια και την αγάπη προς τον άλλον, αξίες που συνδυάζουν τη χριστιανική ηθική με τον διαφωτιστικό ανθρωπισμό. Η Ελισάβετ θεωρεί ότι η ευτυχία του ανθρώπου πηγάζει από τον εσωτερικό του κόσμο, όχι από τα εξωτερικά αγαθά.

Εκτός αυτού, αναγνωρίζει την ελευθερία ως θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αντίδρασή της στην είδηση της Επανάστασης του 1821 είναι χαρακτηριστική: συμμερίζεται τον ενθουσιασμό, αλλά θρηνεί που ως γυναίκα εξαιρείται από την εθνική δράση. Έτσι, η ελευθερία αποκτά ταυτόχρονα εθνική, προσωπική και έμφυλη διάσταση.

Στη συνέχεια, στην Αυτοβιογραφία, ο οικιακός χώρος συμβολίζει τον κοινωνικό εγκλεισμό των γυναικών. Οι «τοίχοι» του σπιτιού είναι το σύνορο ανάμεσα στην ευκαιρία και στον αποκλεισμό, ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα. Εξάλλου, η συνεχής κίνηση προς έναν άλλο χώρο — μοναστήρι, οικογενειακό κτήμα, εξιδανικευμένη εξοχή — εκφράζει την επιθυμία για εσωτερική μεταμόρφωση και απελευθέρωση από τους κοινωνικούς δεσμούς.

Η προσήλωση άλλωστε της Ελισάβετ στο θεατρικό είδος δεν είναι τυχαία: ο διάλογος συμβολίζει την επικοινωνία, την ανταλλαγή, τη σκέψη που παράγεται συλλογικά. Είναι η μορφή που επιλέγει για να αντισταθμίσει την κοινωνική της απομόνωση. Γι΄αυτό και το έργο της δεν ανήκει μόνο στην εποχή του, την υπερβαίνει. Η διαχρονικότητά του οφείλεται σε πολλούς λόγους:

Η Μουτζάν-Μαρτινέγκου αποτελεί μία από τις πρώτες Ελληνίδες που διεκδικούν δημόσια τον χώρο της γυναίκας στη λογοτεχνία, την παιδεία και την κοινωνία. Τα αιτήματα που θέτει, ισότητα, δικαίωμα στη μόρφωση, αυτοδιάθεση, παραμένουν στο επίκεντρο των σύγχρονων έμφυλων σπουδών.

Έπειτα, η σύνδεση λογικής και πίστης, η έμφαση στη σύνεση, στην αυτοπειθαρχία και στην ενάρετη ζωή, αγγίζουν κάθε εποχή. Ο τρόπος που η ίδια συνδυάζει χριστιανική ηθική και διαφωτιστικό ανθρωπισμό είναι εντυπωσιακά μοντέρνος.

Ακολούθως, η πάλη της να ορίσει τη μοίρα της απηχεί τους αγώνες κάθε ανθρώπου που αναζητεί τη φωνή του μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμών, είτε αυτοί είναι έμφυλοι, κοινωνικοί είτε πολιτισμικοί.

Εν συνεχεία, η Αυτοβιογραφία της προετοιμάζει τη νεοελληνική πεζογραφία, ενώ το θεατρικό της έργο, αν και εν πολλοίς χαμένο, μαρτυρά μια δημιουργική ισχύ, που θα μπορούσε να είχε μεταμορφώσει την ελληνική δραματουργία του 19ου αιώνα.

Με αυτόν τον τρόπο, το έργο της συγκινεί γιατί είναι βαθύτατα ανθρώπινο: μιλά για τον πόνο, την ελπίδα, την απώλεια, την αναζήτηση νοήματος, εμπειρίες πανανθρώπινες και διαχρονικές. Συνδυάζοντας τις αξίες της παιδείας, της ελευθερίας, της αρετής και της πνευματικής καλλιέργειας με ισχυρούς συμβολισμούς και με μια τολμηρή, προσωπική φωνή, η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου καθίσταται μια διαχρονική μορφή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Το έργο της είναι ένας ζωντανός διάλογος με το σήμερα, μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η μόρφωση και η ελευθερία δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά αναφαίρετα δικαιώματα.

Καταλήγοντας, παρά τον σύντομο βίο της, η Μουτζάν-Μαρτινέγκου άφησε ένα έργο ανεκτίμητο για τα ελληνικά γράμματα και τη γυναικεία διανόηση. Αποτελεί μία από τις πρώτες γυναίκες που έγραψαν συστηματικά και ανέδειξαν τη δυνατότητα της γυναίκας να είναι δημιουργός, στοχάστρια και ενεργό μέλος της πνευματικής ζωής. Η συμβολή της είναι λογοτεχνική, παιδαγωγική, θεολογική και κοινωνική: υπερασπίζεται την αξία της αρετής, της σπουδής, της επικοινωνίας και της ανθρωπιστικής προόδου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ελληνική

Κατερίνα Σχινά. (2020). Εισαγωγή. Στο C. Kythreotis (Επιμ.), Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: Αυτοβιογραφία (σσ. 7–34). Αθήνα: Gutenberg.

Κορασίδου, Α. (2018). Γυναίκες & Γραφή στα Επτάνησα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Μπακογιάννη, Ζ. (2019). Η γυναικεία γραφή του 19ου αιώνα και η περίπτωση της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου. Νέα Εστία, 191(3), 412–427.

Παπαγιαννάκη, Α. (2017). Η γυναικεία αυτοβιογραφία στη νεοελληνική γραμματεία. Λογοτεχνία & Φύλο, 5(1), 45–62.

Ξενόγλωσση

Artemi, E. (2015). Female voices in early Greek prose writing. Mediterranean Journal of Humanities, 5(1), 87–102.

Beaton, R. (1994). An Introduction to Modern Greek Literature. Oxford University Press.

Beaton, R. (2003). Women in Greek literature: The case of Elizabeth Moutzan-Martinegou. Journal of Modern Greek Studies, 21(2), 215–233.

Beaton, R. (2019). Greece: Biography of a Modern Nation. Penguin.

Clarke, D. (2010). Women, Literature and the Arts in Nineteenth-Century Greece. Ashgate.

Dimaras, K. (1985). Neohellenic Enlightenment. Nefeli.

Hionidou, V. (2018). Gender, Identity and Modernity in Nineteenth-Century Greece. Routledge.

Mackridge, P. (2009). Language and National Identity in Greece, 1766–1976. Oxford University Press. 

Σοφία Σκλείδα, Φιλόλογος, Συγγραφέας, Διδάκτωρ Συγκριτικής Παιδαγωγικής, Αντιπρόεδρος της ΕΕΛ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *