Είκοσι χρόνια πριν, ξεκίνησε η ουσιαστική φιλία μου με την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου. Βέβαια, η αρχή της γνωριμίας μας έγινε πολύ νωρίτερα: διάβασα την Αυτοβιογραφία της όταν βρισκόμουν περίπου στην ηλικία που είχε όταν πέθανε.
Λίγο μετά, προστέθηκε στη συντροφιά μας η Ευανθία Καΐρη. Με την Ελισάβετ ήταν σχεδόν συνομήλικες. Ανέτειλαν μαζί με τον 19ο αιώνα, εκατέρωθεν της ηπειρωτικής Ελλάδας: στο Ιόνιο και στο Αιγαίο, στα Επτάνησα και στις Κυκλάδες.
Μου είχαν μιλήσει πολύ, μέσα από τα γραφτά τους. Η Ελισάβετ πιο άμεσα με την Αυτοβιογραφία της, πιο έμμεσα η Ευανθία με τις επιστολές της, οι περισσότερες από τις οποίες απευθύνονταν στον αδελφό της Θεόφιλο, τον οποίο λάτρευε. Μπόρεσα λοιπόν να τις κατανοήσω και τις δύο, όχι μόνο με τον νου, αλλά και με την ψυχή μου. Κατάλαβα πόσο αξεδίψαστες έμεναν με τα ελάχιστα που τους προσέφεραν το περιβάλλον και η εποχή τους, επειδή είχαν προχωρήσει πολύ πέρα από αυτά.
Η κατάφωρη αδικία μού προκάλεσε θυμό και θλίψη. Σκέφτηκα πόσο ευτυχείς θα ήταν, αν γνώριζε η μία την παρουσία της άλλης. Και αποφάσισα να τις φέρω κοντά, με τον μοναδικό τρόπο που μου ήρθε στον νου: έγραψα για λογαριασμό τους μια σειρά από επιστολές, της μιας προς την άλλη. Σίγουρη ότι και οι ίδιες ανάλογα θα έγραφαν, αν είχαν μπορέσει, αν είχαν προλάβει.
Έψαξα πολύ, διάβασα πολύ κι έμαθα πολλά για τον κόσμο τους: τη Ζάκυνθο της Ελισάβετ, την Άνδρο και τη Σύρο της Ευανθίας. Ιστορίες, πρόσωπα, συνήθειες, περιστατικά, παθογένειες και καθημερινότητα τριών μικρών κοινωνιών.
Και έγραψα στη γλώσσα τους; στο ζακυνθινό ιδίωμα της Ελισάβετ και στην απλή καθαρεύουσα της Ευανθίας: ίσως η δική μας σημερινή γλώσσα να τις έκανε να σαστίσουν…
Καλοκαίρι. Κύθηρα. Μετέχω στις θερινές δραστηριότητες μιας γυναίκας του 21ου αιώνα. Και σας μιλώ: στις δυο σας. Αναρωτιέμαι πώς θα νιώθατε, αν γινόταν να βρεθείτε για λίγο στον δικό μου κόσμο. Το σώμα σας απαλλαγμένο από τα «μακριά φορέματα της γυναικείας σκλαβίας», ελεύθερες να «εξέλθετε εις περιδιάβασιν» όποτε θέλετε, όπου θέλετε, για όσο θέλετε. Σας φαντάζομαι να αφήνεστε δειλά και να ακολουθείτε τα βήματά μου δισταχτικά ως την ακροθαλασσιά, μια μέρα που η θάλασσα θα ήταν γαλήνια. Ίσως σας έπειθα να τολμήσετε να πατήσετε στην άμμο ξυπόλητες. Στην άμμο των Κυθήρων: της δικής μου πατρίδας, όπου άφησε την τελευταία του πνοή ο Θεοδόσιος Δημάδης, ο δικός σου δάσκαλος, Ελισάβετ.
Αν γινόταν να βρεθείτε στον δικό μου κόσμο, η αλληλογραφία σας θα ήταν κι αυτή αλλιώς. Θα μπορούσατε να επικοινωνείτε κάθε βδομάδα. Ίσως να βαριόσαστε. Αλλά θα μπορούσατε και να μιλάτε. Να ακούσει η μια τη φωνή της άλλης. Μα και να βλέπεστε, όσο συχνά θα θέλατε. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν όλα. Βέβαια ίσως τότε οι επιστολές της επικοινωνίας σας και κατά συνέπεια αυτό το βιβλίο να μην είχαν λόγο ύπαρξης.
Το βιβλίο όμως γράφτηκε. Και εγώ δυσκολεύτηκα να το αφήσω. Ν΄ αφήσω την αλληλογραφία σας –την αλληλογραφία μας– να τελειώσει. Πώς να σας επέτρεπα να φύγετε, μαζί με τις μυστικές μας κουβέντες, όσα σας έλεγα και όσα μου λέγατε, γεφυρώνοντας τους αιώνες, εκμηδενίζοντας τις αποστάσεις, όσα ένιωσα ότι σας χρωστούσα (εννοώ αυτή την αλληλογραφία που σας στέρησε η μοίρα και που αποφάσισα να σας προτείνω, αναλαμβάνοντας το ρόλο της μοίρας ή έστω ενός αδύναμου υποκατάστατου); Ξεκίνησα να είμαι αυτή που θα σας έδινε και κατέληξα να είμαι αυτή που της προσφέρατε. Τη φιλία, που τόσο καιρό τώρα, τόσα χρόνια, καταφέραμε να φτιάξουμε, μοιράζοντας στα τρία χαρές, λύπες, δυσκολίες, απελπισίες, ανατάσεις, δυσκολεύομαι να την αφήσω να παρέλθει. Έτσι λοιπόν, σας κρατώ μέσα μου. Από εκεί δεν μπορείτε να φύγετε.
Η Ελισάβετ και η Ευανθία υπήρξαν αρκετά γνωστές, ώστε να ανασυρθούν από τη λήθη και την αφάνεια. Είμαι σίγουρη, ότι στα ίδια μ΄ εκείνες δύσκολα χρόνια, έχησαν πολλές ακόμα, ίδιες μ΄ εκείνες, συγκλονιστικές γυναίκες (συνειδητοποιώ τώρα, ότι όλες οι γυναίκες, όσο παραμένουν γυναίκες, είναι φύσει συγκλονιστικές, μια ιδιότητα που αναιρείται από το «θέσει» ή από το «δυνάμει», ανάλογα με τις κοινωνικές περιστάσεις). Που, μη ξέροντας ανάγνωση και γραφή, δεν μπόρεσαν να βάλουν την υπογραφή τους, έστω σ΄ ένα υστερόγραφο της ιστορίας.
Αννίτα Παναρέτου

